polymorphism : πολυμορφισμός

polymorphism

πολυμορφισμός

(γεν) παραλλαγή ενός νουκλεοτιδίου ή μιας αλληλουχίας νουκλεοτιδίων  σε μια αλληλουχία DNA ή γονίδιου σε σύγκριση με την αντίστοιχη αλληλουχία DNA ή γονιδίου από  φυσιολογικό άτομο.  Οι πολυμορφισμοί κατά κανόνα δεν θεωρούνται παθολογικές μεταλλαξεις αν και εξετάζονται για τη σύνδεσή κάποιων ως προδιαθεσικοί παράγοντες  για  γνωστές ασθένειες. (βιολ) η ύπαρξη πολλών μορφών ενός φαινοτυπικού χαρακτηριστικού

Δεν υπάρχουν σχόλια: