suspension : εναιώρημα

suspension

εναιώρημα  (διάλυμα στερεής ουσίας της οποίας τα μόρια μη διαλυόμενα αιωρούνται στο υγρό)

# παροδική αναστολή πόνου ή λειτουργίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: