absorbance: απορροφητικότητα

absorbance

απορροφητικότητα



(αναλυτική χημεία)

Μια λογοραθμική μέτρηση της απορρόφησης του φωτός (σε συγκεkριμένο μήκος κύματος, λ) όταν περνά από ένα δείγμα με τη βοήθεια του σπεκτοφωτόμετρου (φασματοφωτόμετρου). Η ιδιότητα αυτή μας βοηθά να μετρήσουμε τις συγκεντρώσεις μιας ένωσης ή ενός χημικού μορίου μέσα σε ένα διάλυμα. Tο φως που παράγεται από ένα λαμπτήρα κατευθύνεται με μία ορισμένη ισχύ (Po) προς ένα υδατικό διάλυμα που περιέχει μία ουσία σε ορισμένη συγκέντρωση (c) . Το υδατικό διάλυμα απορροφάει τμήμα της προσπίπτουσας ακτινοβολίας και έτσι η ακτινοβολία που απομακρύνεται από αυτό έχει ισχύ P μικρότερη από την αρχική Po (P <Po)

strong>absorbance index

δείκτης απορροφητικότητας

absorption coefficient

συντελεστής απορροφητικότητας


absorption spectrum

φάσμα απορρόφησης

Δεν υπάρχουν σχόλια: