acheiria : αχειρία
<
strong>acheiria
αχειρία
1. Συγγενής απουσία του ενός ή των δύο χεριών
2. Αίσθημα απώλειας των χεριών κατά την αναισθησία ή σε μορφή υστερίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Νεότερη ανάρτηση
Παλαιότερη Ανάρτηση
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου