orth(o)- : ορθο

ortho-

ορθο
ελλ. προέλευση(ορθός = σωστός)

1. χρησιμοποιείται ως συνθετικό για να υποδηλώσει ένα ισομερές
2. επίσης δηλώνει ένα κυκλικό παράγωγο με δύο υποκαταστάσεις σε δύο γειτονικές θέσεις
3. Ortho-DOT, ένα ψυχιατρικό φάρμακο (4,5-dimethoxy-2-methylthioamphetamine)

Δεν υπάρχουν σχόλια: